Κάθε είδους αξιολόγηση γίνεται με τη χρήση ενός (ή περισσοτέρων) αντικειμενικών μέτρων. Η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: α) «τεχνοκρατική» αξιολόγηση με την κατασκευή αντικειμενικών δεικτών αποτελεσματικής διακυβέρνησης και β) πολιτική ανάλυση με τη χρήση συγκεκριμένων μέτρων σύγκρισης.Η τεχνοκρατική αξιολόγηση προσφέρεται για την ανάλυση μίας σχετικά μεγάλης κυβερνητικής περιόδου (2-4 χρόνια) ώστε να υπάρχουν επαρκή δεδομένα εκτελεστικών πρωτοβουλιών, νομοθετικής παραγωγής και τελικών αποτελεσμάτων. Για τη βραχεία περίοδο των 100 πρώτων ημερών μίας κυβέρνησης, η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου έχει αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα.Υπάρχουν διαφορετικές αναλύσεις που χρησιμοποιούν διαφορετικά μέτρα σύγκρισης. Έτσι, υπάρχουν αξιολογικές κρίσεις που αφορούν στον βαθμό σύνδεσης του κυβερνητικού έργου με τις προεκλογικές δεσμεύσεις και αναλυτικές προσεγγίσεις που συγκρίνουν τη νέα κατάσταση (σε όρους εμπιστοσύνης, στίγμα διακυβέρνησης, πρωτοβουλίες) με την πρότερη κατάσταση. Μία αυστηρότερη και -μάλλον- ωφελιμότερη κριτική για την κυβέρνηση σ’ αυτή τη χρονική συγκυρία δεν αφορά ούτε στην σύγκριση με την πρότερη κατάσταση (η σύγκριση με το ιστορικά χειρότερο δεν έχει νόημα) ούτε και στη διεξοδική διερεύνηση της τήρησης των προεκλογικών λόγων (καμία κυβέρνηση δεν χρησιμοποιεί αποκλειστικά το προεκλογικό πρόγραμμα ως κυβερνητικό textbook). Αντιθέτως, αφορά στα ανακλαστικά και στο βαθμό απόκρισης της κυβέρνησης στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της συγκυρίας, δηλαδή στο βαθμό κυβερνητικής αντίδρασης απέναντι στη δραματική οικονομική συγκυρία.
Αναμφίβολα, με αυτό το κριτήριο αξιολόγησης οι κυβερνητικές επιδόσεις δεν είναι ισχυρές. Η συνειδητοποίηση της πραγματικής κλίμακας του προβλήματος ήταν αργή, η ταχύτητα αντίδρασης μικρή και οι πρωτοβουλίες -συχνά- αντιφατικές, άτολμες και αποσπασματικές. Η συνεχής υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, η εντεινόμενη αβεβαιότητα και οι αρχικές παλινδρομήσεις ως προς το νέο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης αποτυπώνουν την πολιτική σπατάληση κρίσιμου χρόνου και τις συντονιστικές κυβερνητικές ανεπάρκειες. Άλλωστε, η συχνή δημοσιοποίηση προθέσεων και πρωτοβουλιών δίχως επαρκή αιτιολόγηση, χρονοδιάγραμμα και σαφή σχεδιασμό δημιουργούν σύγχυση και στρεβλώσεις (ενδεικτικά το θολό τοπίο γύρω από το φορολογικό, το ασφαλιστικό, τα εργασιακά, την agenda του κοινωνικού κράτους). Επιπρόσθετα, ο διακηρυγμένος στόχος της κοινωνικής διαβούλευσης και η ηλεκτρονική εκδοχή της (επίκειται νέα ανάρτηση γι’ αυτό το θέμα) -πιθανώς- λειτουργεί ως παρεμπόδιση μίας ταχύτερης νομοθετικής παραγωγής (νομίζω ότι, σε έκτακτες συνθήκες κρίσης μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι υπάρχει trade off μεταξύ της ανάγκης για διαβούλευση και της ανάγκης για άμεση λήψη μέτρων και πρωτοβουλιών).
Ωστόσο, ο βαθμός εμπιστοσύνης και υποστήριξης στην κυβέρνηση παραμένει ισχυρός. Κατά τη γνώμη μου, όχι διότι η πλειοψηφία των πολιτών θυμάται με αποστροφή την προηγούμενη κατάσταση, ούτε διότι οι πολιτικοί αντίπαλοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ παραμένουν ανίσχυροι, αλλά κυρίως γιατί αναγνωρίζει στις κυβερνητικές προθέσεις και πρωτοβουλίες την εκκίνηση της ευρύτερης και σημαντικότερης διαδικασίας ανασυγκρότησης, μεταρρύθμισης και δημοκρατικού εκσυγχρονισμού του Κράτους (δομές, διαδικασίες, δημόσια διοίκηση, δικαιώματα κλπ).
Αναπόφευκτα, πάντως, η διόρθωση των προβλημάτων κυβερνητικού συντονισμού, η τολμηρή σχεδίαση, προώθηση και εφαρμογή μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, η σύγκρουση με τις δυνάμεις της αδράνειας και του status quo και η διαμόρφωση ευνοϊκών προϋποθέσεων για οικονομική ανάκαμψη και έξοδο από την κρίση θα βαρύνουν αποφασιστικά στη μελλοντική αξιολόγηση της κυβέρνησης του κ. Γ. Παπανδρέου. Άλλωστε, μία καλή κυβέρνηση είναι καταδικασμένη σε κριτική αν στην πορεία του χρόνου παραμείνει απλώς καλή.















