7/3/10

Ακριβή ανάπτυξη και δίκαιη λιτότητα

1 comments

Άρθρο του κ. Μ. Ματσαγγάνη (καθηγητής Ο.Π.Α) που δημοσιεύτηκε στο "Δαίμονα της Οικολογίας" της εφημερίδας "Η Αυγή"


Η τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία έχει διάφορες όψεις. Η δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρώνεται στις πιο ορατές από αυτές, όπως για παράδειγμα στα περίφημα spreads, δηλ. στο υψηλό κόστος δανεισμού. Αυτό είναι λογικό, αφού οι ορατές όψεις της κρίσης τυχαίνει να είναι οι πιο επείγουσες. Από την άλλη, είναι και συγκυριακές, καθώς και άμεσα (όχι εύκολα) αντιμετωπίσιμες. Κάποια στιγμή η κερδοσκοπική πίεση στην οικονομία θα υποχωρήσει. Όμως, δεν θα έχει περάσει η κρίση όταν συμβεί αυτό. Αντίθετα, τότε θα έλθει στην επιφάνεια η μονιμότερη αιτία της, η ουσία της παθογένειας που παράγει ελλείμματα. Και αυτή δεν είναι άλλη από τη δραματική απόσταση μεταξύ των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας και των καταναλωτικών προσδοκιών των πολιτών.

Το παραγωγικό μοντέλο που έχει διαμορφωθεί βασίζεται στους χαμηλούς μισθούς, στη χαμηλή εξειδίκευση, στην περιορισμένη αξιοποίηση της τεχνολογίας, στη δυσπιστία των επιχειρήσεων απέναντι στην καινοτομία, στην κατά συρροή παραβίαση του εργατικού δικαίου, στην περιφρόνηση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, στην κατασπατάληση των φυσικών πόρων. Πρόκειται για ένα παραγωγικό μοντέλο «φτηνής ανάπτυξης», το οποίο έχει προ πολλού εξαντλήσει την όποια δυναμική του.

Αντίθετα, τα καταναλωτικά πρότυπα που έχουμε υιοθετήσει είναι εφάμιλλα – αν όχι ακριβότερα – πολύ πιο προηγμένων οικονομιών από τη δική μας. Ταυτόχρονα, η παρακμή της δημόσιας παροχής (π.χ. στους τομείς των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης) σημαίνει μεγάλη επιβάρυνση για αγαθά που σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες παρέχονται δωρεάν από το κράτος. Με άλλα λόγια, την ώρα που η εθνική οικονομία χάνει έδαφος στις διεθνείς αγορές επειδή παράγει προϊόντα χαμηλής ποιότητας σε όχι συμφέρουσες τιμές, η εγχώρια ζήτηση απορροφά ένα υψηλό επίπεδο κατανάλωσης. Η κατανάλωση αυτή συχνά αφορά εισαγόμενα προϊόντα, ενώ σε σημαντικό βαθμό χρηματοδοτείται από δανεισμό (ιδιωτικό ή δημόσιο).

Είναι φανερό ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι βιώσιμη. Όταν κάποιος ζει συνεχώς με δανεικά το χρέος του διογκώνεται και στο τέλος κανείς δεν είναι πρόθυμος να του δανείσει χωρίς όλο και μεγαλύτερες εγγυήσεις. Σε τελευταία ανάλυση, το δίλημμα δεν είναι μεταξύ «σκληρών» ή μη μέτρων σταθεροποίησης, αλλά μεταξύ εξυγίανσης και χρεοκοπίας. Το δυστύχημα είναι ότι, επειδή σπαταλήσαμε τα χρόνια των παχιών αγελάδων (υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90), είμαστε τώρα υποχρεωμένοι να επιχειρήσουμε την εξυγίανση μέσα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης.

Η μετάβαση προς ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Απαιτεί μια διαφορετική επιχειρηματική κουλτούρα που να σέβεται την εργασία και να επενδύει σε αυτή, με στόχο την παραγωγή ελκυστικών προϊόντων σε ανταγωνιστικές τιμές. Προϋποθέτει επίσης την επικράτηση μιας πιο απαιτητικής ηθικής της εργασίας εκ μέρους των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους. Συνεπάγεται τέλος βαθιές μεταρρυθμίσεις για την αποτελεσματική καταπολέμηση χρόνιων προβλημάτων στην οικονομία, στην απασχόληση, στην ασφάλιση, στην εκπαίδευση, στη δικαιοσύνη.

Πάντως, όσο αποφασιστικά (και όσο γρήγορα) και αν κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ακριβής ανάπτυξης, η κρίση δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη την κατανάλωση. Κατ’ αρχήν ποσοτικά: λίγοι αμφιβάλλουν ότι μας περιμένουν θυσίες, και μάλιστα για αρκετό καιρό. Όμως, η μονόπλευρη μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα όσο διαιωνίζεται η φορολογική ασυλία άλλων κατηγοριών, όσο η κακοδιαχείριση των δημόσιων πόρων παραμένει κανόνας, όσο η διαφθορά εξακολουθεί να κυριαρχεί στη δημόσια ζωή. Συνεπώς, για να έχει αποτέλεσμα η προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης, θα πρέπει να συμπέσει με την αποκατάσταση της νομιμότητας και την περικοπή της σπατάλης σε όλους τους τομείς. Επίσης, θα πρέπει οι θυσίες να επιμερίζονται ανάλογα με τη δυνατότητα καθενός να συνεισφέρει, αρχής γενομένης από όσους την τελευταία περίοδο πλούτισαν εύκολα. Συνεπώς, η λιτότητα για να είναι οικονομικά αποδοτική και κοινωνικά αποδεκτή θα πρέπει να είναι δίκαιη.

Επί πλέον, η μεγάλη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης την προηγούμενη περίοδο δεν έκανε ευτυχέστερους τους πολίτες: τροφοδότησε μια επίπλαστη ευημερία που εξαντλήθηκε στη ρηχή και επιδεικτική συσσώρευση υλικών αγαθών, ενέτεινε τις οικονομικές ανισότητες, ενίσχυσε τις κοινωνικές παθογένειες (το stress, την εγκληματικότητα), επιδείνωσε την καθυστέρηση της δημόσιας υποδομής, επιτάχυνε την καταστροφή του περιβάλλοντος.

Βέβαια, παρότι η αύξηση του εισοδήματος δεν εγγυάται πραγματική ευημερία, η μείωσή του προκαλεί μεγαλύτερη δυστυχία – ιδίως βραχυπρόθεσμα, αφού ανατρέπει προσδοκίες και σχέδια.

Ίσως όμως, μεσοπρόθεσμα, η λιτότητα να είναι ευκαιρία για μια αλλαγή πορείας. Αρκεί να αντιστραφεί η τάση ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών αγαθών. Αρκεί να ενισχυθεί η ποιότητα των δημοσίων αγαθών – των ελεύθερων χώρων, των δρόμων και των πλατειών, των αστικών πάρκων και των εθνικών δρυμών, όχι μόνο των δημόσιων νοσοκομείων και σχολείων.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε μια εναλλακτική καθημερινότητα: τα παιδιά πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς, οι επισκέψεις στο γιατρό είναι δωρεάν, οδηγούμε λιγότερο, περπατάμε και ποδηλατούμε περισσότερο, κυκλοφορούμε με το μετρό ή το λεωφορείο, κολυμπάμε σε ελεύθερες παραλίες (όχι σε οργανωμένες πλαζ), αθλούμαστε στα πάρκα μαζί με τους φίλους μας (όχι στο ιδιωτικό γυμναστήριο μόνοι μας), μαγειρεύουμε συχνότερα στο σπίτι με φίλους, μποϋκοτάρουμε τα πληκτικά αλλά υπερτιμημένα μπαρ ή εστιατόρια.

Ποιος αμφιβάλλει ότι, εάν όλα αυτά συνέβαιναν αληθινά, η λιτότητα (δηλ. η μείωση των χρηματικών εισοδημάτων) θα συμβάδιζε με τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας;

16/2/10

Το άρθρο του John Lichfield στην Independent

4 comments

Αποσπάσματα από το "Sick man of Europe seeks remedy from wary neighbours"

....Conversations in Athens in the last few days – with politicians, business figures, union leaders, pollsters and people in cafés and on the street – suggest that Greece may now be ready to accept the pain of long overdue reform if the pain is shared evenly. The problem is that nothing in Greece is even; many things are fragmented. The sparkling new Athens metro, largely funded by the EU, co-exists with crumbling third-world pavements. Luxury shops are opening up in the wealthy district of Kolonaki. Two or three blocks away, in the poorer district of Exarchia – epicentre of the 2008 riots – almost half the local shops are boarded up....

...Almost 30 years after joining the EU, Greece remains partly a country of the Levant and the Balkans and not a fully developed European economy or political system. The self-employed, from doctors to restaurant owners, represent two-thirds of the workforce. By entering risibly low but unchallenged tax returns – an average of €4,000 for restaurant owners, €10,000 for lawyers – they pay almost no income tax. The number of state employees has more than doubled to over one million since Greece joined the EU in 1981. Many Greek civil servants retire in their forties or fifties on high pensions....

....Generations of Greeks have shrugged their shoulders at the problems or found their own way through the morass. (The black economy is thought to be 30 per cent of the "real" economy.) But these attitudes may be changing. Paschalis Aganidis, 28, spokesman for "Generation €700" – a centrist pressure group for young Greeks – says that people of his age are beginning to ask why Greece should not be more like other developed nations. "Our society is characterised by corruption, impunity, cronyism and bureaucracy," he said. "The greatest victims of these traditions are young people, who will pay the accumulated debt for decades to come but can't find secure, well-paid jobs. This crisis could be a good thing. Greeks see that things cannot now go on as before."....

21/1/10

Βοήθεια στην Αϊτή

1 comments

Τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου, ο σταθμός του ΣΚΑΪ σε συνεργασία με τη UNICEF ξεκινάει Μαραθώνιο Αλληλεγγύης για τη σεισμόπλητικη Αϊτή. Ο Πασχάλης Αγανίδης της G700 μιλάει με τον Μπάμπη Παπαδημητρίου στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ για το ρόλο που μπορούν να παίξουν τα νέα Μέσα στην ευαισθητοποίηση των πολιτών. Βοηθάμε όλοι την Αϊτή.

Η συνέντευξη ξεκινάει στα 16' και 20''

13/1/10

Κυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ : good is not enough

8 comments
Κάθε είδους αξιολόγηση γίνεται με τη χρήση ενός (ή περισσοτέρων) αντικειμενικών μέτρων. Η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: α) «τεχνοκρατική» αξιολόγηση με την κατασκευή αντικειμενικών δεικτών αποτελεσματικής διακυβέρνησης και β) πολιτική ανάλυση με τη χρήση συγκεκριμένων μέτρων σύγκρισης.Η τεχνοκρατική αξιολόγηση προσφέρεται για την ανάλυση μίας σχετικά μεγάλης κυβερνητικής περιόδου (2-4 χρόνια) ώστε να υπάρχουν επαρκή δεδομένα εκτελεστικών πρωτοβουλιών, νομοθετικής παραγωγής και τελικών αποτελεσμάτων. Για τη βραχεία περίοδο των 100 πρώτων ημερών μίας κυβέρνησης, η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου έχει αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα.

Υπάρχουν διαφορετικές αναλύσεις που χρησιμοποιούν διαφορετικά μέτρα σύγκρισης. Έτσι, υπάρχουν αξιολογικές κρίσεις που αφορούν στον βαθμό σύνδεσης του κυβερνητικού έργου με τις προεκλογικές δεσμεύσεις και αναλυτικές προσεγγίσεις που συγκρίνουν τη νέα κατάσταση (σε όρους εμπιστοσύνης, στίγμα διακυβέρνησης, πρωτοβουλίες) με την πρότερη κατάσταση. Μία αυστηρότερη και -μάλλον- ωφελιμότερη κριτική για την κυβέρνηση σ’ αυτή τη χρονική συγκυρία δεν αφορά ούτε στην σύγκριση με την πρότερη κατάσταση (η σύγκριση με το ιστορικά χειρότερο δεν έχει νόημα) ούτε και στη διεξοδική διερεύνηση της τήρησης των προεκλογικών λόγων (καμία κυβέρνηση δεν χρησιμοποιεί αποκλειστικά το προεκλογικό πρόγραμμα ως κυβερνητικό textbook). Αντιθέτως, αφορά στα ανακλαστικά και στο βαθμό απόκρισης της κυβέρνησης στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της συγκυρίας, δηλαδή στο βαθμό κυβερνητικής αντίδρασης απέναντι στη δραματική οικονομική συγκυρία.

Αναμφίβολα, με αυτό το κριτήριο αξιολόγησης οι κυβερνητικές επιδόσεις δεν είναι ισχυρές. Η συνειδητοποίηση της πραγματικής κλίμακας του προβλήματος ήταν αργή, η ταχύτητα αντίδρασης μικρή και οι πρωτοβουλίες -συχνά- αντιφατικές, άτολμες και αποσπασματικές. Η συνεχής υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, η εντεινόμενη αβεβαιότητα και οι αρχικές παλινδρομήσεις ως προς το νέο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης αποτυπώνουν την πολιτική σπατάληση κρίσιμου χρόνου και τις συντονιστικές κυβερνητικές ανεπάρκειες. Άλλωστε, η συχνή δημοσιοποίηση προθέσεων και πρωτοβουλιών δίχως επαρκή αιτιολόγηση, χρονοδιάγραμμα και σαφή σχεδιασμό δημιουργούν σύγχυση και στρεβλώσεις (ενδεικτικά το θολό τοπίο γύρω από το φορολογικό, το ασφαλιστικό, τα εργασιακά, την agenda του κοινωνικού κράτους). Επιπρόσθετα, ο διακηρυγμένος στόχος της κοινωνικής διαβούλευσης και η ηλεκτρονική εκδοχή της (επίκειται νέα ανάρτηση γι’ αυτό το θέμα) -πιθανώς- λειτουργεί ως παρεμπόδιση μίας ταχύτερης νομοθετικής παραγωγής (νομίζω ότι, σε έκτακτες συνθήκες κρίσης μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι υπάρχει trade off μεταξύ της ανάγκης για διαβούλευση και της ανάγκης για άμεση λήψη μέτρων και πρωτοβουλιών).


Ωστόσο, ο βαθμός εμπιστοσύνης και υποστήριξης στην κυβέρνηση παραμένει ισχυρός. Κατά τη γνώμη μου, όχι διότι η πλειοψηφία των πολιτών θυμάται με αποστροφή την προηγούμενη κατάσταση, ούτε διότι οι πολιτικοί αντίπαλοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ παραμένουν ανίσχυροι, αλλά κυρίως γιατί αναγνωρίζει στις κυβερνητικές προθέσεις και πρωτοβουλίες την εκκίνηση της ευρύτερης και σημαντικότερης διαδικασίας ανασυγκρότησης, μεταρρύθμισης και δημοκρατικού εκσυγχρονισμού του Κράτους (δομές, διαδικασίες, δημόσια διοίκηση, δικαιώματα κλπ).

Αναπόφευκτα, πάντως, η διόρθωση των προβλημάτων κυβερνητικού συντονισμού, η τολμηρή σχεδίαση, προώθηση και εφαρμογή μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, η σύγκρουση με τις δυνάμεις της αδράνειας και του status quo και η διαμόρφωση ευνοϊκών προϋποθέσεων για οικονομική ανάκαμψη και έξοδο από την κρίση θα βαρύνουν αποφασιστικά στη μελλοντική αξιολόγηση της κυβέρνησης του κ. Γ. Παπανδρέου. Άλλωστε, μία καλή κυβέρνηση είναι καταδικασμένη σε κριτική αν στην πορεία του χρόνου παραμείνει απλώς καλή.

5/1/10

Η κοινωνία του φθόνου

7 comments

Οι αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης (ανεργία, οικονομική δυσπραγία, αυξημένη φορολόγηση) και η πληκτική μιντιακή υπερπαραγωγή της κοινωνικής δυσφορίας έχουν διαμορφώσει ένα ιδιότυπο σκηνικό «κοινωνικού κανιβαλισμού»: φάτε όσους έχουν υψηλές αμοιβές ή/και όσους έχουν επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία!

Η δημοσίευση των οικονομικών απολαβών συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ή η επαγγελματική - πολιτική ανέλιξη προσώπων συνιστούν μία ελκυστική μιντιακή υπεράσπιση των μη προνομιούχων και μία «βολική» διαχείριση της λαϊκής δυσαρέσκειας. Η δημόσια συζήτηση καταντά εμμονική, μεροληπτική, ασφυκτική, ανυπόφορη: πόσα παίρνουν οι λιμενεργάτες, πόσες μέρες «κάθονται» οι εκπαιδευτικοί, ποιες είναι οι αμοιβές των δημοσιογράφων της Ε.Ρ.Τ , γιατί ο κ. Π. Βρυώνης διορίστηκε μέλος του Δ.Σ. του Ο.Π.Α.Π, γιατί ο τάδε έγινε Γ.Γ Υπουργείου, γιατί ο δείνα αμείβεται με τόσα κ.ο.κ.

Η επιχειρηματολογία των επαγγελματιών κριτικών ελάχιστες φορές αρθρώνεται σε μία συνετή, νηφάλια και αντικειμενική εξέταση των πραγμάτων, που συνοδεύεται από μία ορθολογική προσέγγιση κρίσιμων όψεων κοινωνικών/εισοδηματικών ανισοτήτων και ανεπαρκειών του κοινωνικού κράτους, του πολιτικού συστήματος, των εργασιακών θεσμών (εργασιακών σχέσεων) και η οποία στοχεύει στη διατύπωση μεταρρυθμιστικών ιδεών και προτάσεων πολιτικής για μία αποτελεσματική θεραπεία των προβλημάτων. Αντιθέτως, η κριτική του μιντιακού συρμού αρθρώνεται στη λογική ενός κοινωνικά ελκυστικού – «φαντασιακού» σοσιαλιστικού εξισωτισμού, μίας χαμηλής ποιότητας λαϊκιστικής εργασιακής ηθικής και μίας επίμονης επίκλησης του δημοσίου συμφέροντος (η επιλεκτική επίκληση στο μέσο φορολογούμενο καταντά ανυπόφορη). Το αποτέλεσμα αυτού του τύπου της δημόσιας συζήτησης είναι ένα διαρκές «κοινωνικό κουτσομπολιό» και μία μαζική παραγωγή αφόρητων κλισέ και συνθημάτων που δήθεν υπερασπίζονται τη νέα γενιά: τι λέει ένας εργαζόμενος των 700 ευρώ για τις αμοιβές του τάδε; (κλασική ερώτηση πρωινάδικου).

Οι όψεις εισοδηματικών, κοινωνικών και διαγενεακών ανισοτήτων στο εγχώριο πολιτικό και οικονομικό σύστημα είναι τραγικές (π.χ προνομιακές εργασιακές ρυθμίσεις που δεν αποτελούν δικαίωμα για όλους τους εργαζομένους αλλά προνόμιο για λίγους πολιτικά ισχυρούς). Ωστόσο, το δια ταύτα μίας ώριμης πολιτικής συζήτησης αφορά στις θεσμικές αλλαγές που είναι αναγκαίες για την υπεράσπιση της κοινωνικής και διαγενεακής δικαιοσύνης, τις ίσες ευκαιρίες για όλους, την ισότιμη πρόσβαση στα δημόσια αγαθά, την αποκατάσταση της αξίας της εργασίας, την αξιοκρατική επαγγελματική και πολιτική ανέλιξη κ.ο.κ. Η υποβάθμιση της δημόσιας συζήτησης σε λυσσώδη προσωπική κριτική και κουτσομπολιό διαμορφώνουν συνθήκες κοινωνικής διχόνοιας και φθόνου δίχως να ενθαρρύνουν ουσιαστικές θεσμικές πρωτοβουλίες. Δυστυχώς, αυτή η τακτική μας καθηλώνει στην κουλτούρα του γνωστού ανεκδότου…περί της κατσίκας του γείτονα.

4/1/10

2009 & Γενιά των 700ευρώ

0 comments

Από το blog της G700

Το 2009 για τη «Γενιά των 700ευρώ» ήταν η δυσκολότερη περίοδος των τελευταίων ετών. Οι αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης μοιραία επικεντρώθηκαν σε σημαντικό βαθμό στο πιο ευάλωτο τμήμα της αγοράς εργασίας. Στους νέους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, ειδικά στους απασχολούμενους στην πιο ευέλικτη βαθμίδα της αγοράς εργασίας. Απολύσεις, μη ανανέωση συμβάσεων, πάγωμα καταβολής μισθών ή μείωση μισθού, αναγκαστικές άδειες άνευ αποδοχών, «σιωπηρή» συναίνεση στη μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, εργασιακή ανομία και εργοδοτικοί εκβιασμοί ,αποτέλεσαν συνηθισμένα φαινόμενα για τη «Γενιά των 700ευρώ».


Δίπλα στην οικονομική και εργασιακή κρίση, η κυβερνητική αφασία της προηγούμενης περιόδου, η μεταρρυθμιστική ατολμία, η διαφθορά, η αναξιοκρατία, η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και η αδυναμία ποιοτικής αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού των δημόσιων αγαθών συνέθεσαν ένα απογοητευτικό σκηνικό μιας αδιέξοδης και μπλοκαρισμένης κοινωνίας που ώθησε πολλούς νέους στην απογοήτευση, στην παραίτηση, στην αδιαφορία και τη βία.
Όσοι βρεθήκαμε στους δρόμους, όσοι συζητούμε τακτικά στο blog και στις καθημερινές μας παρέες, όσοι ζήτησαν τη συμβουλή μας για τα εργασιακά τους ζητήματα (Συνήγορος του Εργαζομένου), μοιραζόμαστε τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες αγωνίες: μήπως είμαστε μία γενιά «Ιφιγένεια»; Μήπως η πιθανότητα της κοινωνικής στασιμότητας ή και καθόδου για τη νέα γενιά είναι ισχυρότερη από ποτέ; Μήπως βιώνουμε μία τραγική συμπαιγνία των καλά βολεμένων του μεταπολιτευτικού status quo εις βάρος της νέας γενιάς;

Σ΄ αυτό το πλαίσιο και σ’ αυτή την ευρύτατη agenda θεμάτων, οι δημόσιες παρεμβάσεις της G700 είχαν πολλαπλό περιεχόμενο. Συνοπτικά, επιχειρήσαμε μέσα από τη συλλογική μας προσπάθεια:
- να διατηρήσουμε ενεργό το κοινωνικό ενδιαφέρον για το θέμα της γενιάς των 700 ευρώ
-να δώσουμε φωνή στο πρεκαριάτο -την ανεκπροσώπητη κοινωνική πλειοψηφία των νέων εργαζομένων ηλικίας 25-35

-να τεκμηριώσουμε τις σημαντικότερες όψεις κοινωνικής και διαγενεακής ανισότητας στην Ελλάδα και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών
-να διατυπώσουμε μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες και προτάσεις πολιτικής για τα σημαντικότερα πολιτικο-κοινωνικά θέματα (παιδεία, εργασιακό, ασφαλιστικό, πράσινη οικονομία)
- να «αμφισβητήσουμε» τους παραδοσιακούς θεσμούς πολιτικής εκπροσώπησης και να προβάλλουμε την συλλογική, αυτόνομη και αυτο-οργανωτική πολιτική πρωτοβουλία της «κοινωνίας των πολιτών» (netroots) - να επισημάνουμε την αξία της ατομικής και συλλογικής υπευθυνότητας για τη νέα γενιά και να καταδείξουμε τα αδιέξοδα της βίας και της «κοινωνίας του φραπέ»
- να αναδείξουμε τη διαγενεακή δικαιοσύνη, ως βασικής συνιστώσας της κοινωνικής δικαιοσύνης και θεμελιακό κριτήριο άσκησης των δημόσιων πολιτικών.


Πέρα από τις δημόσιες παρεμβάσεις μας στο blog και στα παραδοσιακά ηλεκτρονικά και έντυπα Μέσα για την προώθηση των παραπάνω θεμάτων, το 2009 υπήρξε μια χρονιά έντονης κινητικότητας, η οποία σημαδεύτηκε και από σημαντικές επιτυχίες. Ενδεικτικά:

-Βοηθήσαμε στη σύνταξη Γραπτής Δήλωσης Ευρωβουλευτών για το Πρεκαριάτο, σχετικά με την ανάγκη αντιμετώπισης της εργασιακής ανασφάλειας, της φτώχειας και της ανεργίας των εργαζόμενων νέων μετά από πίεση της G700
- Συνδιοργανώσαμε με την 50και Ελλάς Εκδήλωση, τη μοναδική σε όλη την Ελλάδα, για την πρώτη Ευρωπαϊκή Ημέρα Διαγενεακής Αλληλεγγύης και καταθέσαμε Γραπτή Δήλωση για το Διαγενεακό Ζήτημα (29 Απριλίου 2009)

- Βραβευτήκαμε με το Βραβείο του Ευρωπαίου Πολίτη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ).
- Γραφτήκαμε στο Μητρώο Εκπροσώπων Συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με δυνατότητα συμμετοχής στις ηλεκτρονικές δημόσιες διαβουλεύσεις της Ε.Ε Ως εγγεγραμμένη ομάδα πίεσης πλέον λάβαμε μέρος στην επίσημη ανοιχτή ευρωπαϊκή διαβούλευση με τίτλο « Α possible designation of 2012 as European Year for Active Ageing and International Solidarity»
- Βάλαμε μπρος τη δημιουργία Επιστημονικού Συμβουλίου της Γενιάς των 700 ευρώ με τη συμμετοχή νέων επιστημόνων απ’ όλο τον κόσμο.

Για τη G700, το 2009 ο πήχης τέθηκε ψηλά. Τόσο η ατζέντα που ανοίξαμε (τώρα πρέπει να γίνει το follow up), όσο κυρίως οι προκλήσεις που θέτει στη γενιά των 700 ευρώ η ελληνική πολυεπίπεδη κρίση, με το πάγωμα της ανάπτυξης, τη δημοσιονομική κατάρρευση, την όξυνση του ασφαλιστικού προβλήματος και τη διεύρυνση του οικολογικού ελλείμματος, απαιτούν τo 2010 να εντείνουμε την προσπάθεια που καταβάλλουμε για οικονομική ανάκαμψη και ψυχική ανάταση. Να συμβάλουμε κι εμείς με τις δυνάμεις μας ώστε το 2010 να γίνει έτος αλλαγής και δημιουργίας.

22/12/09

"Hard Politics" και Κοπεγχάγη

6 comments

Συνήθως, όταν το τελικό αποτέλεσμα μίας διεθνούς διαπραγμάτευσης είναι -σαφώς- κατώτερο των αρχικών προσδοκιών, διατυπώνονται δύο διαφορετικές απόψεις: η μία -περισσότερο μετριοπαθής και πιθανώς «συντηρητική»- θεωρεί ότι κάποιου είδους συμφωνία είναι καλύτερη από “καμία συμφωνία”∙ η άλλη -περισσότερο ριζοσπαστική- θεωρεί ότι μία κακή συμφωνία είναι σίγουρα χειρότερη από “καμία συμφωνία”.


To τελικό αποτέλεσμα (final outcome) της Διάσκεψης της Κοπεγχάγης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έχει αντιμετωπιστεί με ανάμεικτα συναισθήματα. Περιβαλλοντικές οργανώσεις και οικολόγοι ακτιβιστές φαίνεται να διατυπώνουν τη δεύτερη άποψη. Εκπρόσωποι κρατών και διαπραγματευτές (π.χ. Ευρωπαίοι) που προσδοκούσαν μία καλύτερη και αποτελεσματικότερη συμφωνία (νομικά δεσμευτική, σημαντικές μειώσεις ρύπων, επαρκής χρηματοδότηση προς τις αναπτυσσόμενες χώρες) διατυπώνουν σε γενικές γραμμές την πρώτη άποψη. Πιθανώς, μία περισσότερο «ορθολογική» προσέγγιση βρίσκεται εγγύτερα στην πρώτη οπτική: η συμφωνία ήταν κακή συγκριτικά με τις αρχικές προσδοκίες και την πραγματική ανάγκη διεθνούς πολιτικής αντιμετώπισης του προβλήματος, εντούτοις μπορεί υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει μία ουσιαστική βάση διαπραγμάτευσης και να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για μία επιτυχή συμφωνία στις επικείμενες διεθνείς διασκέψεις (CoP 16).


Ωστόσο, υπάρχουν περιθώρια αισιοδοξίας για μία τέτοια προοπτική; Αναμφίβολα, υπάρχει εντεινόμενη δυσπιστία και αμφισβήτηση για την προθυμία της «διεθνούς πολιτικής» να συμφωνήσει σε μία αποτελεσματική -νομικά δεσμευτική- Διεθνή Συνθήκη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (με τη συμπερίληψη σε αυτήν των δύο μεγαλύτερων ρυπαντών παγκοσμίως). Τα περιθώρια αισιοδοξίας είναι μάλλον στενά.


Αν κάτι έγινε φανερό στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης είναι η υπερίσχυση της «σκληρής πολιτικής» (hard politics) που αρθρώνεται στη λογική του εθνικού συμφέροντος και της παγκόσμιας κατανομής - ισορροπίας ισχύος (balance of power). Άλλωστε, δε θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, εφόσον η νομική-πολιτική δέσμευση για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου συναρτάται με «θυσίες» στο οικονομικό πεδίο και κατ΄ επέκταση με πιθανές μεταβολές στην παγκόσμια κατανομή οικονομικής/ πολιτικής ισχύος. Η υπερίσχυση των «hard politics» αποτυπώθηκε σαφώς με τη στρατηγική και διαπραγματευτική τακτική των Η.Π.Α., που εξ’ αρχής είχαν ως επιδίωξη την επιβεβαίωση της παγκόσμιας αμερικανικής ισχύος, ειδικώς σε ένα «διαπραγματευτικό τραπέζι» όπου για πρώτη φορά η Κίνα έφερε τον άτυπο τίτλο της «παγκόσμιας δύναμης».


Κάνοντας μία γενική αποτίμηση, φαίνεται ότι ο βασικός παράγοντας που αποτρέπει την ουσιαστική διεθνή συνεργασία αφορά στη βαρύτητα που έχουν οι εκτιμήσεις των μεγάλων παικτών για το ποιος θα κερδίσει από τη διεθνή συνεργασία και πόσο. Οι μεγάλοι παίκτες δεν ενδιαφέρονται τόσο για τα απόλυτα κέρδη που μπορούν να προκύψουν από μία διεθνή συνεργασία (absolute gains, win – win situation) και αφορούν κατά βάση τη συλλογική διεθνή προστασία και την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής, αλλά κυρίως για τα πιθανά σχετικά κέρδη (relative gains), δηλαδή ποιοι θα επωφεληθούν περισσότερο συγκριτικά με τους άλλους και τι μεταβολές μπορούν να προκύψουν στην παγκόσμια κατανομή οικονομικής και πολιτικής ισχύος.


7/12/09

Κοινωνική και Διαγενεακή Δικαιοσύνη

3 comments
....για την εφημερίδα Veto, ύστερα από πρόσκληση του δημοσιογράφου Π. Μπαϊλη (ημ. δημοσίευσης 6/12/2009).


Η επίμονη αμφισβήτηση και η δημόσια αποδοκιμασία της επίσημης εξουσίας και των κατεστημένων συμφερόντων από την οργισμένη νεολαία αποτυπώνουν μία ισχυρή τάση ριζοσπαστικοποίησης των νέων. Η διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και γενικευμένης αντίδρασης της νεολαίας δεν είναι -προφανώς- τυχαία και συγκυριακή. Πρόκειται για μία αυθόρμητη συλλογική άμυνα των νέων ανθρώπων μπροστά στον ισχυρό κίνδυνο να μετατραπούν σε μία «χαμένη γενιά», στην πρώτη γενιά που πιθανώς θα βιώσει το φάσμα της κοινωνικής στασιμότητας ή και καθόδου συγκριτικά με την προηγούμενη γενιά (τη γενιά των γονιών μας).

Τα κοινωνικοοικονομικά αδιέξοδα που διαμορφώνουν αυτή τη δυσμενή προοπτική για τη νέα γενιά είναι -μεταξύ άλλων- η επίμονα υψηλή νεανική ανεργία, η άναρχη ευελιξία και η εκτεταμένη ανομία στην αγορά εργασίας, οι χαμηλές αμοιβές και η υποβάθμιση της αξίας της εργασίας, η αναντιστοιχία τυπικών προσόντων και εργασιακών προοπτικών, τα αυστηρά ιεραρχικά και ηλικιακά πρότυπα στα συστήματα προσλήψεων και αμοιβών, η υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας και η συστηματική υποεκπροσώπηση των νέων στο πολιτικό σύστημα και στις οργανώσεις της εργασίας. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω τα δυσβάστακτα κοινωνικά βάρη που καλούνται να αναλάβουν οι νέοι λόγω του τεράστιου δημοσίου χρέους και της επικείμενης ασφαλιστικής χρεοκοπίας, μπορούμε να αντιληφθούμε το μέγεθος του προβλήματος και τις αφόρητες πιέσεις που δέχεται η νέα γενιά.

Μπροστά στα αδιέξοδα μίας μπλοκαρισμένης κοινωνίας, στη μετριοκρατία και τη βολική αδράνεια των υπερασπιστών του status quo, οφείλουμε να αναζητήσουμε διέξοδο σε μία δυναμική διεκδίκηση ριζοσπαστικών αλλαγών στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στο κράτος, στην οικονομία, στην κοινωνία. Ριζοσπαστικές αλλαγές που επιδιώκουν μία ουσιαστική αναδιανομή πόρων και ευκαιριών υπέρ των νέων, ώστε να μπορούν να ξεκινήσουν με καλές προοπτικές την πραγματοποίηση των στόχων τους και του «σχεδίου ζωής» τους.

Μέσα από τη συλλογική οργάνωση νέων G700 έχουμε προτείνει τη σύναψη ενός νέου Κοινωνικού Συμβολαίου μεταξύ των γενεών που θα διανέμει δίκαια τα κοινωνικά βάρη και θα διασφαλίζει πόρους, δυνατότητες και ίσες ευκαιρίες για όλους. Δίπλα στο στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης θεωρούμε ότι πρέπει να τοποθετήσουμε τον στόχο της διαγενεακής δικαιοσύνης, ώστε να κατανείμουμε με δίκαιο τρόπο πόρους και ευκαιρίες τόσο μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων όσο και μεταξύ των διαφορετικών γενεών.

Ωστόσο, δεν παραβλέπουμε ότι και η δική μας ευθύνη είναι τεράστια και οι υποχρεώσεις μας μεγάλες. Πρέπει να αποδεικνύουμε διαρκώς το ήθος και τον επαγγελματισμό μας, να βελτιώνουμε τις δεξιότητές μας, να δικτυωνόμαστε και να αξιοποιούμε τις νέες τεχνολογίες, να αποκτήσουμε περιβαλλοντική συνείδηση, να αγωνιζόμαστε δημοκρατικά, να αυτοοργανωνόμαστε, να διεκδικούμε και να συμμετέχουμε. Η απογοήτευση και η παραίτηση ή η καταφυγή στην ανεξέλεγκτη βία δεν πρόκειται να μας οδηγήσουν πουθενά.

22/10/09

Νέα εθνική προσπάθεια : πιάνοντας το νήμα από την αρχή

3 comments
Η απροσδόκητη (;) δημοσιονομική κατάσταση (διπλάσιο έλλειμμα από το αναμενόμενο) και η έντονη δυσαρέσκεια - οργή των ευρωπαίων εταίρων στο Εcofin και στο Eurogroup για την αναξιοπιστία των οικονομικών στοιχείων αποτυπώνουν ένα εκρηκτικό «διπλό έλλειμμα»: δημοσιονομικό έλλειμμα και έλλειμμα εμπιστοσύνης.
Το διπλό έλλειμμα διαμορφώνει μία εξόχως κρίσιμη κατάσταση, ώστε να μπορεί να διατυπώνεται πλέον σχετικά βάσιμα (και μάλλον όχι τόσο υπερβολικά) ο ισχυρισμός ότι στο επόμενο διάστημα διακυβεύεται η θέση της χώρας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Δεν είναι τόσο το εύρος του δημοσιονομικού ελλείμματος που προσδίδει στοιχεία ισχύος σ' αυτόν τον ισχυρισμό (άλλωστε ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός παρατηρείται και σε άλλα κράτη-μέλη), όσο κυρίως η επίμονη αναξιοπιστία και ανευθυνότητα έναντι των Ευρωπαίων εταίρων και η εμμονή στην αποφυγή προώθησης διαρθρωτικών μέτρων και παρεμβάσεων που θα βελτιώσουν μεσο-μακροπρόθεσμα τα δημόσια οικονομικά. Προφανώς, μία τέτοια σκέψη επιδιώκει περισσότερο να επισημάνει την ιστορική και πολιτική σημασία της νέας εθνικής προσπάθειας (σαν να ξαναπιάνουμε το νήμα από την αρχή, όπως πριν περίπου 15 χρόνια) και λιγότερο να διατυπώσει μία περίεργη κινδυνολογία.

Σ' αυτό το πλαίσιο, απαιτείται οι νέες θεσμικές και διαρθρωτικές παρεμβάσεις να είναι άμεσες και τολμηρές για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με την Ε.Ε αλλά -κυρίως- για τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών και τη διαμόρφωση προϋποθέσεων για οικονομική ανάκαμψη. Άλλωστε, η εφικτότητα της πολιτικής δέσμευσης σε μία δέσμη μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών είναι περισσότερο ισχυρή από άλλοτε, διότι σ' αυτή την άσχημη οικονομική συγκυρία το κόστος της αδράνειας και της διατήρησης του status quo είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της μεταρρύθμισης και της ανατροπής του. Επιπρόσθετα, η πολιτική συγκυρία και το υψηλό απόθεμα πολιτικού κεφαλαίου και εμπιστοσύνης του ΠΑ.ΣΟ.Κ διευρύνουν τα περιθώρια για μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Ωστόσο, το ποιες μεταρρυθμίσεις και γιατί, το πότε και το πώς των μεταρρυθμίσεων παραμένουν τα μεγάλα ζητούμενα.

Ενδεικτικά, η τραγική οικονομική κατάσταση και η πρωτοφανής έλλειψη αξιοπιστίας της χώρας θέτουν άμεσα στη δημόσια πολιτική agenda ορισμένα εξαιρετικά κρίσιμα θέματα, όπως η αποδέσμευση της στατιστικής υπηρεσίας από τον πολιτικό έλεγχο (ανεξαρτητοποίηση), η άμεση εφαρμογή ενός νέου δημόσιου μάνατζμεντ για την κατάρτιση και τον έλεγχο του προϋπολογισμού στη βάση της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των δαπανών και της ανακατεύθυνσής τους από την κατανάλωση στην επένδυση, η ανασυγκρότηση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών και η είσπραξη των ληξιπρόθεσμων χρεών, η μείωση της σπατάλης του Δημοσίου κ.α.

Αναμφίβολα,όμως,ένα σοβαρό, φιλόδοξο και αποτελεσματικό πλαίσιο διαρθρωτικών αλλαγών και πρωτοβουλιών για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας πρέπει να εστιάσει στον μεγάλο δημοσιονομικό βραχνά: στο αναποτελεσματικό, άδικο και διάτρητο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Οι κακές οικονομικές επιδόσεις, οι πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού, η παραγωγική στασιμότητα και η αναιμική αύξηση των πραγματικών μισθών, το τραγικά χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και η υψηλή ανεργία, οι αλλαγές στη δομή της απασχόλησης, τα διαφορετικά οικογενειακά πρότυπα και η δημογραφική γήρανση επιβεβαιώνουν ότι οι βασικοί πυλώνες στήριξης του παραδοσιακού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (PAYG) έχουν καταρρεύσει. Επίσης, τα υψηλά ποσοστά φτώχειας και οι μεγάλες ανισότητες μεταξύ των ηλικιωμένων, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος και οι χαμηλές συντάξεις, η εξόφθαλμη προνομιακή μεταχείριση ορισμένων κοινωνικών ομάδων εις βάρος άλλων και η διαχρονική μετάθεση των κοινωνικοασφαλιστικών βαρών στις επερχόμενες γενιές δηλώνουν την αναποτελεσματικότητα και τις αδικίες του υπάρχοντος συστήματος, καθώς και την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισής του.

Το σημείο είναι κομβικό και η κατάσταση εξαιρετικά κρίσιμη. Η νέα εθνική προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη και διασφάλιση των «κοινοτικών κεκτημένων» περνά μέσα από μεγάλες αλλαγές στο θεσμικό και κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Χρειάζονται νέες καινοτόμες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, την οικονομική ανάπτυξη και τη διασφάλιση των στόχων της κοινωνικής και διαγενεακής δικαιοσύνης.

14/10/09

Νέα Δημοκρατία: H ήττα του ιδεολογικού "τίποτα"

6 comments
Η πολιτική - εκλογική ισχύς της Ν.Δ. την περίοδο 2004-2008 οφείλεται -μεταξύ άλλων- σε 3 κυρίαρχα στοιχεία ιδεολογικοπολιτικής (;) τακτικής, τα οποία επιμελώς ενσωματώθηκαν - συχνότερα με συνθηματικό τρόπο - στον κεντρικό πολιτικό της λόγο: α) επανίδρυση του κράτους, β) μεταρρύθμιση και γ) «μεσαίος χώρος».Ωστόσο, το πολιτικό αυτό τρίπτυχο δεν αρθρώθηκε σε ένα συνεκτικό, ιστορικά και πολιτικά θεμελιωμένο, πλαίσιο αρχών και αξιών, ή διαφορετικά δεν πλαισιώθηκε από μία συγκεκριμένη ιδεολογική και πολιτική αναφορά, αλλά (υπο)στηρίχθηκε στη λογική του -σκοπίμως και εντέχνως- κατασκευασμένου απολιτικού λόγου που υπαγορεύτηκε στο πλαίσιο μίας επιδέξιας επικοινωνιακής στρατηγικής. Η απουσία ιδεολογικού ερείσματος και σαφούς πολιτικής - προγραμματικής αναφοράς, ήδη από την περίοδο της αντιπολίτευσης (1996 - 2004), μοιραία αποτυπώθηκαν στην επίμονη πολιτική κενολογία και «επικοινωνιολογία».

Το πολιτικό τρίπτυχο της Ν.Δ εγγυούταν μία σχετικά αδιατάρακτη πολιτική-δημοσκοπική ισχύ στο βαθμό που υπήρχαν σημαντικά αποθέματα «πολιτικού κεφαλαίου» για την κυβέρνηση και τον κ. Καραμανλή. Ωστόσο, η μεταρρυθμιστική ατολμία, η διαχειριστική ανεπάρκεια και τα παλαιοκομματικά σύνδρομα διόγκωσαν τα διαρθρωτικά προβλήματα, «ξεχαρβάλωσαν» τη δημόσια διοίκηση και «τραυμάτισαν» τη δημοκρατική λειτουργία των πολιτικών θεσμών. Το πολιτικό κεφάλαιο της Ν.Δ κατασπαταλήθηκε και η πολιτική της πλατφόρμα αποδείχθηκε πολιτική ψευδαίσθηση, ιδεολογικό και επικοινωνιακό "τίποτα".

Η «επανίδρυση του κράτους» αποδείχθηκε -από την πρώτη στιγμή- επικοινωνιακή μπαρούφα. Ελάχιστα θεμελιώθηκε στην εφαρμογή ενός στρατηγικού σχεδιασμού για την προώθηση ευρύτερων θεσμικών μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών αλλαγών στο δημόσιο τομέα και την υιοθέτηση ενός αποτελεσματικού Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ. Αντιθέτως, αρθρώθηκε στη λογική ενός φαντασιακού «τίμιου, καλού, σεμνού και ταπεινού» κράτους. Το κριτήριο της ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαφανούς διαχείρισης των δημόσιων πόρων υποκαταστάθηκε από την ανόητη ηθικολογία.

Ως προς το «ιδεολόγημα των μεταρρυθμίσεων», πέρα από την επιτυχή επικοινωνιακή οικειοποίηση της «μεταρρύθμισης», η Ν.Δ. ουδέποτε αποδείχθηκε κοινωνική μεταρρυθμιστική δύναμη, ικανή να προωθεί ριζοσπαστικές αλλαγές στο κράτος και στην οικονομία και να διαμορφώνει ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις. Άλλωστε, όλες οι πρωτοβουλίες ήταν παραμετρικού τύπου, άτολμες, αποσπασματικές και άναρχες, δίχως εσωτερική συνοχή και επαρκή πολιτική τεκμηρίωση και -κυρίως- δίχως σαφή ιδεολογική θεμελίωση και αναφορά. Λόγου χάρη, από τη μία επιχείρησε αλλαγές στους όρους εργασίας των νεοπροσλαμβανομένων στο Δημόσιο και από την άλλη φόρτωσε τη δημόσια διοίκηση με εκατοντάδες περίεργους φορείς και οργανισμούς για κομματικές εξυπηρετήσεις. Από τη μία ακολούθησε μία νεοφιλελεύθερη λογική στο φορολογικό σύστημα και από την άλλη διόγκωσε τις δημόσιες δαπάνες και το δημόσιο χρέος. Οι παλινδρομήσεις και οι συγχύσεις μεταξύ μία νεοφιλελεύθερης οικονομικής στόχευσης και ενός παρωχημένου κομματισμού - κρατισμού είναι ενδεικτικές.

Η πολιτική του κέντρου και του «μεσαίου χώρου» εξαντλήθηκε στα επικοινωνιακά τερτίπια του ανοίγματος προς τα αριστερά με αοριστολογίες και επιλεκτικές συμβολικές κινήσεις. Ωστόσο, η επί μακρόν ενασχόληση της κοινωνίας με τα φαινόμενα βίας και αυταρχισμού από την επίσημη αστυνομία ή/και από ανεξέλεγκτους παρακρατικούς μηχανισμούς, δείχνουν ότι εξακολουθούν να παραμένουν ισχυροί θύλακες συντηρητισμού και αυταρχισμού στο νεοδημοκρατικό στρατόπεδο (π.χ. αλησμόνητες είναι οι «πολυδωριανές» παραινέσεις προς την αστυνομία). Άλλωστε, η ίδια η ταυτότητα του σκανδάλου που μας ταλαιπώρησε περισσότερο (Βατοπέδι), δηλαδή οι σχέσεις ισχύος, συμφερόντων, εξάρτησης και διαπλοκής μεταξύ Κράτους - Εκκλησίας - Δικαιοσύνης, αποτελεί σημαντική ένδειξη μίας παραμένουσας σκληρής δεξιάς παράδοσης.

Σήμερα, πίσω από τα παιχνίδια εξουσίας των δελφίνων και τις αστείες δικαιολογίες της εκλογικής ήττας κρύβονται τα ουσιαστικά πολιτικά θέματα για τη Ν.Δ: α) αναζήτηση ιδεολογικού στίγματος και προσέγγιση των σύγχρονων ρευμάτων σκέψης στο φιλελεύθερο χώρο β) εκσυγχρονισμός ενός βαθιά συντηρητικού - φεουδαρχικού κομματικού μηχανισμού.
Πολύ φοβάμαι ότι έχει πολύ δρόμο να διανύσει…
 

Homo sapiens. Copyright 2008 All Rights Reserved Revolution Two Church theme by Brian Gardner Converted into Blogger Template by Bloganol dot com