13/1/10

Κυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ : good is not enough

8 comments
Κάθε είδους αξιολόγηση γίνεται με τη χρήση ενός (ή περισσοτέρων) αντικειμενικών μέτρων. Η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: α) «τεχνοκρατική» αξιολόγηση με την κατασκευή αντικειμενικών δεικτών αποτελεσματικής διακυβέρνησης και β) πολιτική ανάλυση με τη χρήση συγκεκριμένων μέτρων σύγκρισης.Η τεχνοκρατική αξιολόγηση προσφέρεται για την ανάλυση μίας σχετικά μεγάλης κυβερνητικής περιόδου (2-4 χρόνια) ώστε να υπάρχουν επαρκή δεδομένα εκτελεστικών πρωτοβουλιών, νομοθετικής παραγωγής και τελικών αποτελεσμάτων. Για τη βραχεία περίοδο των 100 πρώτων ημερών μίας κυβέρνησης, η αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου έχει αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα.

Υπάρχουν διαφορετικές αναλύσεις που χρησιμοποιούν διαφορετικά μέτρα σύγκρισης. Έτσι, υπάρχουν αξιολογικές κρίσεις που αφορούν στον βαθμό σύνδεσης του κυβερνητικού έργου με τις προεκλογικές δεσμεύσεις και αναλυτικές προσεγγίσεις που συγκρίνουν τη νέα κατάσταση (σε όρους εμπιστοσύνης, στίγμα διακυβέρνησης, πρωτοβουλίες) με την πρότερη κατάσταση. Μία αυστηρότερη και -μάλλον- ωφελιμότερη κριτική για την κυβέρνηση σ’ αυτή τη χρονική συγκυρία δεν αφορά ούτε στην σύγκριση με την πρότερη κατάσταση (η σύγκριση με το ιστορικά χειρότερο δεν έχει νόημα) ούτε και στη διεξοδική διερεύνηση της τήρησης των προεκλογικών λόγων (καμία κυβέρνηση δεν χρησιμοποιεί αποκλειστικά το προεκλογικό πρόγραμμα ως κυβερνητικό textbook). Αντιθέτως, αφορά στα ανακλαστικά και στο βαθμό απόκρισης της κυβέρνησης στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της συγκυρίας, δηλαδή στο βαθμό κυβερνητικής αντίδρασης απέναντι στη δραματική οικονομική συγκυρία.

Αναμφίβολα, με αυτό το κριτήριο αξιολόγησης οι κυβερνητικές επιδόσεις δεν είναι ισχυρές. Η συνειδητοποίηση της πραγματικής κλίμακας του προβλήματος ήταν αργή, η ταχύτητα αντίδρασης μικρή και οι πρωτοβουλίες -συχνά- αντιφατικές, άτολμες και αποσπασματικές. Η συνεχής υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, η εντεινόμενη αβεβαιότητα και οι αρχικές παλινδρομήσεις ως προς το νέο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης αποτυπώνουν την πολιτική σπατάληση κρίσιμου χρόνου και τις συντονιστικές κυβερνητικές ανεπάρκειες. Άλλωστε, η συχνή δημοσιοποίηση προθέσεων και πρωτοβουλιών δίχως επαρκή αιτιολόγηση, χρονοδιάγραμμα και σαφή σχεδιασμό δημιουργούν σύγχυση και στρεβλώσεις (ενδεικτικά το θολό τοπίο γύρω από το φορολογικό, το ασφαλιστικό, τα εργασιακά, την agenda του κοινωνικού κράτους). Επιπρόσθετα, ο διακηρυγμένος στόχος της κοινωνικής διαβούλευσης και η ηλεκτρονική εκδοχή της (επίκειται νέα ανάρτηση γι’ αυτό το θέμα) -πιθανώς- λειτουργεί ως παρεμπόδιση μίας ταχύτερης νομοθετικής παραγωγής (νομίζω ότι, σε έκτακτες συνθήκες κρίσης μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι υπάρχει trade off μεταξύ της ανάγκης για διαβούλευση και της ανάγκης για άμεση λήψη μέτρων και πρωτοβουλιών).


Ωστόσο, ο βαθμός εμπιστοσύνης και υποστήριξης στην κυβέρνηση παραμένει ισχυρός. Κατά τη γνώμη μου, όχι διότι η πλειοψηφία των πολιτών θυμάται με αποστροφή την προηγούμενη κατάσταση, ούτε διότι οι πολιτικοί αντίπαλοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ παραμένουν ανίσχυροι, αλλά κυρίως γιατί αναγνωρίζει στις κυβερνητικές προθέσεις και πρωτοβουλίες την εκκίνηση της ευρύτερης και σημαντικότερης διαδικασίας ανασυγκρότησης, μεταρρύθμισης και δημοκρατικού εκσυγχρονισμού του Κράτους (δομές, διαδικασίες, δημόσια διοίκηση, δικαιώματα κλπ).

Αναπόφευκτα, πάντως, η διόρθωση των προβλημάτων κυβερνητικού συντονισμού, η τολμηρή σχεδίαση, προώθηση και εφαρμογή μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, η σύγκρουση με τις δυνάμεις της αδράνειας και του status quo και η διαμόρφωση ευνοϊκών προϋποθέσεων για οικονομική ανάκαμψη και έξοδο από την κρίση θα βαρύνουν αποφασιστικά στη μελλοντική αξιολόγηση της κυβέρνησης του κ. Γ. Παπανδρέου. Άλλωστε, μία καλή κυβέρνηση είναι καταδικασμένη σε κριτική αν στην πορεία του χρόνου παραμείνει απλώς καλή.

5/1/10

Η κοινωνία του φθόνου

7 comments

Οι αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης (ανεργία, οικονομική δυσπραγία, αυξημένη φορολόγηση) και η πληκτική μιντιακή υπερπαραγωγή της κοινωνικής δυσφορίας έχουν διαμορφώσει ένα ιδιότυπο σκηνικό «κοινωνικού κανιβαλισμού»: φάτε όσους έχουν υψηλές αμοιβές ή/και όσους έχουν επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία!

Η δημοσίευση των οικονομικών απολαβών συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ή η επαγγελματική - πολιτική ανέλιξη προσώπων συνιστούν μία ελκυστική μιντιακή υπεράσπιση των μη προνομιούχων και μία «βολική» διαχείριση της λαϊκής δυσαρέσκειας. Η δημόσια συζήτηση καταντά εμμονική, μεροληπτική, ασφυκτική, ανυπόφορη: πόσα παίρνουν οι λιμενεργάτες, πόσες μέρες «κάθονται» οι εκπαιδευτικοί, ποιες είναι οι αμοιβές των δημοσιογράφων της Ε.Ρ.Τ , γιατί ο κ. Π. Βρυώνης διορίστηκε μέλος του Δ.Σ. του Ο.Π.Α.Π, γιατί ο τάδε έγινε Γ.Γ Υπουργείου, γιατί ο δείνα αμείβεται με τόσα κ.ο.κ.

Η επιχειρηματολογία των επαγγελματιών κριτικών ελάχιστες φορές αρθρώνεται σε μία συνετή, νηφάλια και αντικειμενική εξέταση των πραγμάτων, που συνοδεύεται από μία ορθολογική προσέγγιση κρίσιμων όψεων κοινωνικών/εισοδηματικών ανισοτήτων και ανεπαρκειών του κοινωνικού κράτους, του πολιτικού συστήματος, των εργασιακών θεσμών (εργασιακών σχέσεων) και η οποία στοχεύει στη διατύπωση μεταρρυθμιστικών ιδεών και προτάσεων πολιτικής για μία αποτελεσματική θεραπεία των προβλημάτων. Αντιθέτως, η κριτική του μιντιακού συρμού αρθρώνεται στη λογική ενός κοινωνικά ελκυστικού – «φαντασιακού» σοσιαλιστικού εξισωτισμού, μίας χαμηλής ποιότητας λαϊκιστικής εργασιακής ηθικής και μίας επίμονης επίκλησης του δημοσίου συμφέροντος (η επιλεκτική επίκληση στο μέσο φορολογούμενο καταντά ανυπόφορη). Το αποτέλεσμα αυτού του τύπου της δημόσιας συζήτησης είναι ένα διαρκές «κοινωνικό κουτσομπολιό» και μία μαζική παραγωγή αφόρητων κλισέ και συνθημάτων που δήθεν υπερασπίζονται τη νέα γενιά: τι λέει ένας εργαζόμενος των 700 ευρώ για τις αμοιβές του τάδε; (κλασική ερώτηση πρωινάδικου).

Οι όψεις εισοδηματικών, κοινωνικών και διαγενεακών ανισοτήτων στο εγχώριο πολιτικό και οικονομικό σύστημα είναι τραγικές (π.χ προνομιακές εργασιακές ρυθμίσεις που δεν αποτελούν δικαίωμα για όλους τους εργαζομένους αλλά προνόμιο για λίγους πολιτικά ισχυρούς). Ωστόσο, το δια ταύτα μίας ώριμης πολιτικής συζήτησης αφορά στις θεσμικές αλλαγές που είναι αναγκαίες για την υπεράσπιση της κοινωνικής και διαγενεακής δικαιοσύνης, τις ίσες ευκαιρίες για όλους, την ισότιμη πρόσβαση στα δημόσια αγαθά, την αποκατάσταση της αξίας της εργασίας, την αξιοκρατική επαγγελματική και πολιτική ανέλιξη κ.ο.κ. Η υποβάθμιση της δημόσιας συζήτησης σε λυσσώδη προσωπική κριτική και κουτσομπολιό διαμορφώνουν συνθήκες κοινωνικής διχόνοιας και φθόνου δίχως να ενθαρρύνουν ουσιαστικές θεσμικές πρωτοβουλίες. Δυστυχώς, αυτή η τακτική μας καθηλώνει στην κουλτούρα του γνωστού ανεκδότου…περί της κατσίκας του γείτονα.

4/1/10

2009 & Γενιά των 700ευρώ

0 comments

Από το blog της G700

Το 2009 για τη «Γενιά των 700ευρώ» ήταν η δυσκολότερη περίοδος των τελευταίων ετών. Οι αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης μοιραία επικεντρώθηκαν σε σημαντικό βαθμό στο πιο ευάλωτο τμήμα της αγοράς εργασίας. Στους νέους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, ειδικά στους απασχολούμενους στην πιο ευέλικτη βαθμίδα της αγοράς εργασίας. Απολύσεις, μη ανανέωση συμβάσεων, πάγωμα καταβολής μισθών ή μείωση μισθού, αναγκαστικές άδειες άνευ αποδοχών, «σιωπηρή» συναίνεση στη μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, εργασιακή ανομία και εργοδοτικοί εκβιασμοί ,αποτέλεσαν συνηθισμένα φαινόμενα για τη «Γενιά των 700ευρώ».


Δίπλα στην οικονομική και εργασιακή κρίση, η κυβερνητική αφασία της προηγούμενης περιόδου, η μεταρρυθμιστική ατολμία, η διαφθορά, η αναξιοκρατία, η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και η αδυναμία ποιοτικής αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού των δημόσιων αγαθών συνέθεσαν ένα απογοητευτικό σκηνικό μιας αδιέξοδης και μπλοκαρισμένης κοινωνίας που ώθησε πολλούς νέους στην απογοήτευση, στην παραίτηση, στην αδιαφορία και τη βία.
Όσοι βρεθήκαμε στους δρόμους, όσοι συζητούμε τακτικά στο blog και στις καθημερινές μας παρέες, όσοι ζήτησαν τη συμβουλή μας για τα εργασιακά τους ζητήματα (Συνήγορος του Εργαζομένου), μοιραζόμαστε τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες αγωνίες: μήπως είμαστε μία γενιά «Ιφιγένεια»; Μήπως η πιθανότητα της κοινωνικής στασιμότητας ή και καθόδου για τη νέα γενιά είναι ισχυρότερη από ποτέ; Μήπως βιώνουμε μία τραγική συμπαιγνία των καλά βολεμένων του μεταπολιτευτικού status quo εις βάρος της νέας γενιάς;

Σ΄ αυτό το πλαίσιο και σ’ αυτή την ευρύτατη agenda θεμάτων, οι δημόσιες παρεμβάσεις της G700 είχαν πολλαπλό περιεχόμενο. Συνοπτικά, επιχειρήσαμε μέσα από τη συλλογική μας προσπάθεια:
- να διατηρήσουμε ενεργό το κοινωνικό ενδιαφέρον για το θέμα της γενιάς των 700 ευρώ
-να δώσουμε φωνή στο πρεκαριάτο -την ανεκπροσώπητη κοινωνική πλειοψηφία των νέων εργαζομένων ηλικίας 25-35

-να τεκμηριώσουμε τις σημαντικότερες όψεις κοινωνικής και διαγενεακής ανισότητας στην Ελλάδα και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών
-να διατυπώσουμε μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες και προτάσεις πολιτικής για τα σημαντικότερα πολιτικο-κοινωνικά θέματα (παιδεία, εργασιακό, ασφαλιστικό, πράσινη οικονομία)
- να «αμφισβητήσουμε» τους παραδοσιακούς θεσμούς πολιτικής εκπροσώπησης και να προβάλλουμε την συλλογική, αυτόνομη και αυτο-οργανωτική πολιτική πρωτοβουλία της «κοινωνίας των πολιτών» (netroots) - να επισημάνουμε την αξία της ατομικής και συλλογικής υπευθυνότητας για τη νέα γενιά και να καταδείξουμε τα αδιέξοδα της βίας και της «κοινωνίας του φραπέ»
- να αναδείξουμε τη διαγενεακή δικαιοσύνη, ως βασικής συνιστώσας της κοινωνικής δικαιοσύνης και θεμελιακό κριτήριο άσκησης των δημόσιων πολιτικών.


Πέρα από τις δημόσιες παρεμβάσεις μας στο blog και στα παραδοσιακά ηλεκτρονικά και έντυπα Μέσα για την προώθηση των παραπάνω θεμάτων, το 2009 υπήρξε μια χρονιά έντονης κινητικότητας, η οποία σημαδεύτηκε και από σημαντικές επιτυχίες. Ενδεικτικά:

-Βοηθήσαμε στη σύνταξη Γραπτής Δήλωσης Ευρωβουλευτών για το Πρεκαριάτο, σχετικά με την ανάγκη αντιμετώπισης της εργασιακής ανασφάλειας, της φτώχειας και της ανεργίας των εργαζόμενων νέων μετά από πίεση της G700
- Συνδιοργανώσαμε με την 50και Ελλάς Εκδήλωση, τη μοναδική σε όλη την Ελλάδα, για την πρώτη Ευρωπαϊκή Ημέρα Διαγενεακής Αλληλεγγύης και καταθέσαμε Γραπτή Δήλωση για το Διαγενεακό Ζήτημα (29 Απριλίου 2009)

- Βραβευτήκαμε με το Βραβείο του Ευρωπαίου Πολίτη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ).
- Γραφτήκαμε στο Μητρώο Εκπροσώπων Συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με δυνατότητα συμμετοχής στις ηλεκτρονικές δημόσιες διαβουλεύσεις της Ε.Ε Ως εγγεγραμμένη ομάδα πίεσης πλέον λάβαμε μέρος στην επίσημη ανοιχτή ευρωπαϊκή διαβούλευση με τίτλο « Α possible designation of 2012 as European Year for Active Ageing and International Solidarity»
- Βάλαμε μπρος τη δημιουργία Επιστημονικού Συμβουλίου της Γενιάς των 700 ευρώ με τη συμμετοχή νέων επιστημόνων απ’ όλο τον κόσμο.

Για τη G700, το 2009 ο πήχης τέθηκε ψηλά. Τόσο η ατζέντα που ανοίξαμε (τώρα πρέπει να γίνει το follow up), όσο κυρίως οι προκλήσεις που θέτει στη γενιά των 700 ευρώ η ελληνική πολυεπίπεδη κρίση, με το πάγωμα της ανάπτυξης, τη δημοσιονομική κατάρρευση, την όξυνση του ασφαλιστικού προβλήματος και τη διεύρυνση του οικολογικού ελλείμματος, απαιτούν τo 2010 να εντείνουμε την προσπάθεια που καταβάλλουμε για οικονομική ανάκαμψη και ψυχική ανάταση. Να συμβάλουμε κι εμείς με τις δυνάμεις μας ώστε το 2010 να γίνει έτος αλλαγής και δημιουργίας.

22/12/09

"Hard Politics" και Κοπεγχάγη

6 comments

Συνήθως, όταν το τελικό αποτέλεσμα μίας διεθνούς διαπραγμάτευσης είναι -σαφώς- κατώτερο των αρχικών προσδοκιών, διατυπώνονται δύο διαφορετικές απόψεις: η μία -περισσότερο μετριοπαθής και πιθανώς «συντηρητική»- θεωρεί ότι κάποιου είδους συμφωνία είναι καλύτερη από “καμία συμφωνία”∙ η άλλη -περισσότερο ριζοσπαστική- θεωρεί ότι μία κακή συμφωνία είναι σίγουρα χειρότερη από “καμία συμφωνία”.


To τελικό αποτέλεσμα (final outcome) της Διάσκεψης της Κοπεγχάγης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έχει αντιμετωπιστεί με ανάμεικτα συναισθήματα. Περιβαλλοντικές οργανώσεις και οικολόγοι ακτιβιστές φαίνεται να διατυπώνουν τη δεύτερη άποψη. Εκπρόσωποι κρατών και διαπραγματευτές (π.χ. Ευρωπαίοι) που προσδοκούσαν μία καλύτερη και αποτελεσματικότερη συμφωνία (νομικά δεσμευτική, σημαντικές μειώσεις ρύπων, επαρκής χρηματοδότηση προς τις αναπτυσσόμενες χώρες) διατυπώνουν σε γενικές γραμμές την πρώτη άποψη. Πιθανώς, μία περισσότερο «ορθολογική» προσέγγιση βρίσκεται εγγύτερα στην πρώτη οπτική: η συμφωνία ήταν κακή συγκριτικά με τις αρχικές προσδοκίες και την πραγματική ανάγκη διεθνούς πολιτικής αντιμετώπισης του προβλήματος, εντούτοις μπορεί υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει μία ουσιαστική βάση διαπραγμάτευσης και να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για μία επιτυχή συμφωνία στις επικείμενες διεθνείς διασκέψεις (CoP 16).


Ωστόσο, υπάρχουν περιθώρια αισιοδοξίας για μία τέτοια προοπτική; Αναμφίβολα, υπάρχει εντεινόμενη δυσπιστία και αμφισβήτηση για την προθυμία της «διεθνούς πολιτικής» να συμφωνήσει σε μία αποτελεσματική -νομικά δεσμευτική- Διεθνή Συνθήκη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (με τη συμπερίληψη σε αυτήν των δύο μεγαλύτερων ρυπαντών παγκοσμίως). Τα περιθώρια αισιοδοξίας είναι μάλλον στενά.


Αν κάτι έγινε φανερό στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης είναι η υπερίσχυση της «σκληρής πολιτικής» (hard politics) που αρθρώνεται στη λογική του εθνικού συμφέροντος και της παγκόσμιας κατανομής - ισορροπίας ισχύος (balance of power). Άλλωστε, δε θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, εφόσον η νομική-πολιτική δέσμευση για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου συναρτάται με «θυσίες» στο οικονομικό πεδίο και κατ΄ επέκταση με πιθανές μεταβολές στην παγκόσμια κατανομή οικονομικής/ πολιτικής ισχύος. Η υπερίσχυση των «hard politics» αποτυπώθηκε σαφώς με τη στρατηγική και διαπραγματευτική τακτική των Η.Π.Α., που εξ’ αρχής είχαν ως επιδίωξη την επιβεβαίωση της παγκόσμιας αμερικανικής ισχύος, ειδικώς σε ένα «διαπραγματευτικό τραπέζι» όπου για πρώτη φορά η Κίνα έφερε τον άτυπο τίτλο της «παγκόσμιας δύναμης».


Κάνοντας μία γενική αποτίμηση, φαίνεται ότι ο βασικός παράγοντας που αποτρέπει την ουσιαστική διεθνή συνεργασία αφορά στη βαρύτητα που έχουν οι εκτιμήσεις των μεγάλων παικτών για το ποιος θα κερδίσει από τη διεθνή συνεργασία και πόσο. Οι μεγάλοι παίκτες δεν ενδιαφέρονται τόσο για τα απόλυτα κέρδη που μπορούν να προκύψουν από μία διεθνή συνεργασία (absolute gains, win – win situation) και αφορούν κατά βάση τη συλλογική διεθνή προστασία και την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής, αλλά κυρίως για τα πιθανά σχετικά κέρδη (relative gains), δηλαδή ποιοι θα επωφεληθούν περισσότερο συγκριτικά με τους άλλους και τι μεταβολές μπορούν να προκύψουν στην παγκόσμια κατανομή οικονομικής και πολιτικής ισχύος.


7/12/09

Κοινωνική και Διαγενεακή Δικαιοσύνη

3 comments
....για την εφημερίδα Veto, ύστερα από πρόσκληση του δημοσιογράφου Π. Μπαϊλη (ημ. δημοσίευσης 6/12/2009).


Η επίμονη αμφισβήτηση και η δημόσια αποδοκιμασία της επίσημης εξουσίας και των κατεστημένων συμφερόντων από την οργισμένη νεολαία αποτυπώνουν μία ισχυρή τάση ριζοσπαστικοποίησης των νέων. Η διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και γενικευμένης αντίδρασης της νεολαίας δεν είναι -προφανώς- τυχαία και συγκυριακή. Πρόκειται για μία αυθόρμητη συλλογική άμυνα των νέων ανθρώπων μπροστά στον ισχυρό κίνδυνο να μετατραπούν σε μία «χαμένη γενιά», στην πρώτη γενιά που πιθανώς θα βιώσει το φάσμα της κοινωνικής στασιμότητας ή και καθόδου συγκριτικά με την προηγούμενη γενιά (τη γενιά των γονιών μας).

Τα κοινωνικοοικονομικά αδιέξοδα που διαμορφώνουν αυτή τη δυσμενή προοπτική για τη νέα γενιά είναι -μεταξύ άλλων- η επίμονα υψηλή νεανική ανεργία, η άναρχη ευελιξία και η εκτεταμένη ανομία στην αγορά εργασίας, οι χαμηλές αμοιβές και η υποβάθμιση της αξίας της εργασίας, η αναντιστοιχία τυπικών προσόντων και εργασιακών προοπτικών, τα αυστηρά ιεραρχικά και ηλικιακά πρότυπα στα συστήματα προσλήψεων και αμοιβών, η υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας και η συστηματική υποεκπροσώπηση των νέων στο πολιτικό σύστημα και στις οργανώσεις της εργασίας. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω τα δυσβάστακτα κοινωνικά βάρη που καλούνται να αναλάβουν οι νέοι λόγω του τεράστιου δημοσίου χρέους και της επικείμενης ασφαλιστικής χρεοκοπίας, μπορούμε να αντιληφθούμε το μέγεθος του προβλήματος και τις αφόρητες πιέσεις που δέχεται η νέα γενιά.

Μπροστά στα αδιέξοδα μίας μπλοκαρισμένης κοινωνίας, στη μετριοκρατία και τη βολική αδράνεια των υπερασπιστών του status quo, οφείλουμε να αναζητήσουμε διέξοδο σε μία δυναμική διεκδίκηση ριζοσπαστικών αλλαγών στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στο κράτος, στην οικονομία, στην κοινωνία. Ριζοσπαστικές αλλαγές που επιδιώκουν μία ουσιαστική αναδιανομή πόρων και ευκαιριών υπέρ των νέων, ώστε να μπορούν να ξεκινήσουν με καλές προοπτικές την πραγματοποίηση των στόχων τους και του «σχεδίου ζωής» τους.

Μέσα από τη συλλογική οργάνωση νέων G700 έχουμε προτείνει τη σύναψη ενός νέου Κοινωνικού Συμβολαίου μεταξύ των γενεών που θα διανέμει δίκαια τα κοινωνικά βάρη και θα διασφαλίζει πόρους, δυνατότητες και ίσες ευκαιρίες για όλους. Δίπλα στο στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης θεωρούμε ότι πρέπει να τοποθετήσουμε τον στόχο της διαγενεακής δικαιοσύνης, ώστε να κατανείμουμε με δίκαιο τρόπο πόρους και ευκαιρίες τόσο μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων όσο και μεταξύ των διαφορετικών γενεών.

Ωστόσο, δεν παραβλέπουμε ότι και η δική μας ευθύνη είναι τεράστια και οι υποχρεώσεις μας μεγάλες. Πρέπει να αποδεικνύουμε διαρκώς το ήθος και τον επαγγελματισμό μας, να βελτιώνουμε τις δεξιότητές μας, να δικτυωνόμαστε και να αξιοποιούμε τις νέες τεχνολογίες, να αποκτήσουμε περιβαλλοντική συνείδηση, να αγωνιζόμαστε δημοκρατικά, να αυτοοργανωνόμαστε, να διεκδικούμε και να συμμετέχουμε. Η απογοήτευση και η παραίτηση ή η καταφυγή στην ανεξέλεγκτη βία δεν πρόκειται να μας οδηγήσουν πουθενά.

22/10/09

Νέα εθνική προσπάθεια : πιάνοντας το νήμα από την αρχή

3 comments
Η απροσδόκητη (;) δημοσιονομική κατάσταση (διπλάσιο έλλειμμα από το αναμενόμενο) και η έντονη δυσαρέσκεια - οργή των ευρωπαίων εταίρων στο Εcofin και στο Eurogroup για την αναξιοπιστία των οικονομικών στοιχείων αποτυπώνουν ένα εκρηκτικό «διπλό έλλειμμα»: δημοσιονομικό έλλειμμα και έλλειμμα εμπιστοσύνης.
Το διπλό έλλειμμα διαμορφώνει μία εξόχως κρίσιμη κατάσταση, ώστε να μπορεί να διατυπώνεται πλέον σχετικά βάσιμα (και μάλλον όχι τόσο υπερβολικά) ο ισχυρισμός ότι στο επόμενο διάστημα διακυβεύεται η θέση της χώρας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Δεν είναι τόσο το εύρος του δημοσιονομικού ελλείμματος που προσδίδει στοιχεία ισχύος σ' αυτόν τον ισχυρισμό (άλλωστε ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός παρατηρείται και σε άλλα κράτη-μέλη), όσο κυρίως η επίμονη αναξιοπιστία και ανευθυνότητα έναντι των Ευρωπαίων εταίρων και η εμμονή στην αποφυγή προώθησης διαρθρωτικών μέτρων και παρεμβάσεων που θα βελτιώσουν μεσο-μακροπρόθεσμα τα δημόσια οικονομικά. Προφανώς, μία τέτοια σκέψη επιδιώκει περισσότερο να επισημάνει την ιστορική και πολιτική σημασία της νέας εθνικής προσπάθειας (σαν να ξαναπιάνουμε το νήμα από την αρχή, όπως πριν περίπου 15 χρόνια) και λιγότερο να διατυπώσει μία περίεργη κινδυνολογία.

Σ' αυτό το πλαίσιο, απαιτείται οι νέες θεσμικές και διαρθρωτικές παρεμβάσεις να είναι άμεσες και τολμηρές για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με την Ε.Ε αλλά -κυρίως- για τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών και τη διαμόρφωση προϋποθέσεων για οικονομική ανάκαμψη. Άλλωστε, η εφικτότητα της πολιτικής δέσμευσης σε μία δέσμη μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών είναι περισσότερο ισχυρή από άλλοτε, διότι σ' αυτή την άσχημη οικονομική συγκυρία το κόστος της αδράνειας και της διατήρησης του status quo είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της μεταρρύθμισης και της ανατροπής του. Επιπρόσθετα, η πολιτική συγκυρία και το υψηλό απόθεμα πολιτικού κεφαλαίου και εμπιστοσύνης του ΠΑ.ΣΟ.Κ διευρύνουν τα περιθώρια για μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Ωστόσο, το ποιες μεταρρυθμίσεις και γιατί, το πότε και το πώς των μεταρρυθμίσεων παραμένουν τα μεγάλα ζητούμενα.

Ενδεικτικά, η τραγική οικονομική κατάσταση και η πρωτοφανής έλλειψη αξιοπιστίας της χώρας θέτουν άμεσα στη δημόσια πολιτική agenda ορισμένα εξαιρετικά κρίσιμα θέματα, όπως η αποδέσμευση της στατιστικής υπηρεσίας από τον πολιτικό έλεγχο (ανεξαρτητοποίηση), η άμεση εφαρμογή ενός νέου δημόσιου μάνατζμεντ για την κατάρτιση και τον έλεγχο του προϋπολογισμού στη βάση της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των δαπανών και της ανακατεύθυνσής τους από την κατανάλωση στην επένδυση, η ανασυγκρότηση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών και η είσπραξη των ληξιπρόθεσμων χρεών, η μείωση της σπατάλης του Δημοσίου κ.α.

Αναμφίβολα,όμως,ένα σοβαρό, φιλόδοξο και αποτελεσματικό πλαίσιο διαρθρωτικών αλλαγών και πρωτοβουλιών για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας πρέπει να εστιάσει στον μεγάλο δημοσιονομικό βραχνά: στο αναποτελεσματικό, άδικο και διάτρητο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Οι κακές οικονομικές επιδόσεις, οι πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού, η παραγωγική στασιμότητα και η αναιμική αύξηση των πραγματικών μισθών, το τραγικά χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και η υψηλή ανεργία, οι αλλαγές στη δομή της απασχόλησης, τα διαφορετικά οικογενειακά πρότυπα και η δημογραφική γήρανση επιβεβαιώνουν ότι οι βασικοί πυλώνες στήριξης του παραδοσιακού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (PAYG) έχουν καταρρεύσει. Επίσης, τα υψηλά ποσοστά φτώχειας και οι μεγάλες ανισότητες μεταξύ των ηλικιωμένων, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος και οι χαμηλές συντάξεις, η εξόφθαλμη προνομιακή μεταχείριση ορισμένων κοινωνικών ομάδων εις βάρος άλλων και η διαχρονική μετάθεση των κοινωνικοασφαλιστικών βαρών στις επερχόμενες γενιές δηλώνουν την αναποτελεσματικότητα και τις αδικίες του υπάρχοντος συστήματος, καθώς και την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισής του.

Το σημείο είναι κομβικό και η κατάσταση εξαιρετικά κρίσιμη. Η νέα εθνική προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη και διασφάλιση των «κοινοτικών κεκτημένων» περνά μέσα από μεγάλες αλλαγές στο θεσμικό και κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Χρειάζονται νέες καινοτόμες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, την οικονομική ανάπτυξη και τη διασφάλιση των στόχων της κοινωνικής και διαγενεακής δικαιοσύνης.

14/10/09

Νέα Δημοκρατία: H ήττα του ιδεολογικού "τίποτα"

6 comments
Η πολιτική - εκλογική ισχύς της Ν.Δ. την περίοδο 2004-2008 οφείλεται -μεταξύ άλλων- σε 3 κυρίαρχα στοιχεία ιδεολογικοπολιτικής (;) τακτικής, τα οποία επιμελώς ενσωματώθηκαν - συχνότερα με συνθηματικό τρόπο - στον κεντρικό πολιτικό της λόγο: α) επανίδρυση του κράτους, β) μεταρρύθμιση και γ) «μεσαίος χώρος».Ωστόσο, το πολιτικό αυτό τρίπτυχο δεν αρθρώθηκε σε ένα συνεκτικό, ιστορικά και πολιτικά θεμελιωμένο, πλαίσιο αρχών και αξιών, ή διαφορετικά δεν πλαισιώθηκε από μία συγκεκριμένη ιδεολογική και πολιτική αναφορά, αλλά (υπο)στηρίχθηκε στη λογική του -σκοπίμως και εντέχνως- κατασκευασμένου απολιτικού λόγου που υπαγορεύτηκε στο πλαίσιο μίας επιδέξιας επικοινωνιακής στρατηγικής. Η απουσία ιδεολογικού ερείσματος και σαφούς πολιτικής - προγραμματικής αναφοράς, ήδη από την περίοδο της αντιπολίτευσης (1996 - 2004), μοιραία αποτυπώθηκαν στην επίμονη πολιτική κενολογία και «επικοινωνιολογία».

Το πολιτικό τρίπτυχο της Ν.Δ εγγυούταν μία σχετικά αδιατάρακτη πολιτική-δημοσκοπική ισχύ στο βαθμό που υπήρχαν σημαντικά αποθέματα «πολιτικού κεφαλαίου» για την κυβέρνηση και τον κ. Καραμανλή. Ωστόσο, η μεταρρυθμιστική ατολμία, η διαχειριστική ανεπάρκεια και τα παλαιοκομματικά σύνδρομα διόγκωσαν τα διαρθρωτικά προβλήματα, «ξεχαρβάλωσαν» τη δημόσια διοίκηση και «τραυμάτισαν» τη δημοκρατική λειτουργία των πολιτικών θεσμών. Το πολιτικό κεφάλαιο της Ν.Δ κατασπαταλήθηκε και η πολιτική της πλατφόρμα αποδείχθηκε πολιτική ψευδαίσθηση, ιδεολογικό και επικοινωνιακό "τίποτα".

Η «επανίδρυση του κράτους» αποδείχθηκε -από την πρώτη στιγμή- επικοινωνιακή μπαρούφα. Ελάχιστα θεμελιώθηκε στην εφαρμογή ενός στρατηγικού σχεδιασμού για την προώθηση ευρύτερων θεσμικών μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών αλλαγών στο δημόσιο τομέα και την υιοθέτηση ενός αποτελεσματικού Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ. Αντιθέτως, αρθρώθηκε στη λογική ενός φαντασιακού «τίμιου, καλού, σεμνού και ταπεινού» κράτους. Το κριτήριο της ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαφανούς διαχείρισης των δημόσιων πόρων υποκαταστάθηκε από την ανόητη ηθικολογία.

Ως προς το «ιδεολόγημα των μεταρρυθμίσεων», πέρα από την επιτυχή επικοινωνιακή οικειοποίηση της «μεταρρύθμισης», η Ν.Δ. ουδέποτε αποδείχθηκε κοινωνική μεταρρυθμιστική δύναμη, ικανή να προωθεί ριζοσπαστικές αλλαγές στο κράτος και στην οικονομία και να διαμορφώνει ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις. Άλλωστε, όλες οι πρωτοβουλίες ήταν παραμετρικού τύπου, άτολμες, αποσπασματικές και άναρχες, δίχως εσωτερική συνοχή και επαρκή πολιτική τεκμηρίωση και -κυρίως- δίχως σαφή ιδεολογική θεμελίωση και αναφορά. Λόγου χάρη, από τη μία επιχείρησε αλλαγές στους όρους εργασίας των νεοπροσλαμβανομένων στο Δημόσιο και από την άλλη φόρτωσε τη δημόσια διοίκηση με εκατοντάδες περίεργους φορείς και οργανισμούς για κομματικές εξυπηρετήσεις. Από τη μία ακολούθησε μία νεοφιλελεύθερη λογική στο φορολογικό σύστημα και από την άλλη διόγκωσε τις δημόσιες δαπάνες και το δημόσιο χρέος. Οι παλινδρομήσεις και οι συγχύσεις μεταξύ μία νεοφιλελεύθερης οικονομικής στόχευσης και ενός παρωχημένου κομματισμού - κρατισμού είναι ενδεικτικές.

Η πολιτική του κέντρου και του «μεσαίου χώρου» εξαντλήθηκε στα επικοινωνιακά τερτίπια του ανοίγματος προς τα αριστερά με αοριστολογίες και επιλεκτικές συμβολικές κινήσεις. Ωστόσο, η επί μακρόν ενασχόληση της κοινωνίας με τα φαινόμενα βίας και αυταρχισμού από την επίσημη αστυνομία ή/και από ανεξέλεγκτους παρακρατικούς μηχανισμούς, δείχνουν ότι εξακολουθούν να παραμένουν ισχυροί θύλακες συντηρητισμού και αυταρχισμού στο νεοδημοκρατικό στρατόπεδο (π.χ. αλησμόνητες είναι οι «πολυδωριανές» παραινέσεις προς την αστυνομία). Άλλωστε, η ίδια η ταυτότητα του σκανδάλου που μας ταλαιπώρησε περισσότερο (Βατοπέδι), δηλαδή οι σχέσεις ισχύος, συμφερόντων, εξάρτησης και διαπλοκής μεταξύ Κράτους - Εκκλησίας - Δικαιοσύνης, αποτελεί σημαντική ένδειξη μίας παραμένουσας σκληρής δεξιάς παράδοσης.

Σήμερα, πίσω από τα παιχνίδια εξουσίας των δελφίνων και τις αστείες δικαιολογίες της εκλογικής ήττας κρύβονται τα ουσιαστικά πολιτικά θέματα για τη Ν.Δ: α) αναζήτηση ιδεολογικού στίγματος και προσέγγιση των σύγχρονων ρευμάτων σκέψης στο φιλελεύθερο χώρο β) εκσυγχρονισμός ενός βαθιά συντηρητικού - φεουδαρχικού κομματικού μηχανισμού.
Πολύ φοβάμαι ότι έχει πολύ δρόμο να διανύσει…

8/10/09

Η κρισιμότητα του "κεφαλαίου εμπιστοσύνης" για τη νέα διακυβέρνηση

3 comments
Αναμφίβολα, η ανάδυση θετικών προσδοκιών μετά από μία μακρά περίοδο γενικευμένης δυσαρέσκειας, δυσπιστίας και αδιαφορίας λειτουργεί ως ένα ισχυρό «θετικό πολιτικό σοκ», ως ένα κρίσιμο πολιτικό διεγερτικό για την ανόρθωση - υποστήριξη του πολιτικού συστήματος και τη διαμόρφωση ευνοϊκών προϋποθέσεων για οικονομική ανάκαμψη, θεσμική ωρίμανση και κοινωνική πρόοδο. Αυτή η δημιουργική αναταραχή στο πολιτικό σύστημα προκύπτει αφενός από το απροσδόκητο εύρος της εκλογικής επίδοσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ και αφετέρου από την κατηγορηματική κοινωνική αποδοκιμασία και εκλογική καταδίκη μίας απογοητευτικής διακυβέρνησης με σημεία αναφοράς την πολιτική κενολογία, τη διαφθορά, την πρόδηλη μεταρρυθμιστική ατολμία, την αναχρονιστική ηθικολογία και την ακατάσχετη ψευδολογία.

Παρά τη δυσχερή συγκυρία η νέα διακυβέρνηση εκκινεί από ευνοϊκή θέση διότι πριμοδοτείται με ισχυρό «πολιτικό κεφάλαιο». Η πολιτική ισχύς του Γ. Παπανδρέου διευρύνει τα περιθώρια άσκησης αποτελεσματικής πολιτικής επιρροής για τη διαμόρφωση ευρύτερων κοινωνικών συμμαχιών και την προώθηση ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων. Άλλωστε, η εμπειρική πολιτική έρευνα υποδεικνύει ότι κατά την πρώτη περίοδο των νέων κυβερνήσεων -κατά κανόνα- ελαχιστοποιείται το πολιτικό κόστος της σύγκρουσης με κατεστημένα συμφέροντα και νοοτροπίες που υπερασπίζονται και αναπαράγουν το status quo. Στην αντίθετη περίπτωση, η πολιτική ατολμία και η λογική του «αυτόματου πιλότου» συντείνουν στην κατασπατάληση του «πολιτικού κεφαλαίου» και την (αυτο)παγίδευση στον φαύλο κύκλο της αδράνειας (η προηγούμενη διακυβέρνηση αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα προς αποφυγή).

Η σταθεροποίηση και διεύρυνση του πολιτικού κεφαλαίου που διαθέτει το ΠΑ.ΣΟ.Κ συναρτάται με την ικανότητά του να διαμορφώσει ταχύτατα προϋποθέσεις οικοδόμησης σχέσεων εμπιστοσύνης με την κοινωνία με κινήσεις υψηλής συμβολικής και πολιτικής σημασίας. Η στελέχωση της κυβέρνησης και ο νέος κυβερνητικός προγραμματισμός συνιστούν ένα θετικό πρώτο δείγμα γραφής. Επιπρόσθετα, η άμεση προώθηση μέτρων πολιτικής με θετικό κοινωνικό αντίκτυπο (για παράδειγμα μειώσεις αμοιβών και καταχρηστικών παροχών στο πολιτικό προσωπικό, στα μέλη Δ.Σ και στα στελέχη ΔΕΚΟ, έκτακτος οικονομικός προγραμματισμός και μείωση λειτουργικών δαπανών στους δημόσιους φορείς/ οργανισμούς, κατάργηση άχρηστων οργανισμών, μέτρα για τη διαφάνεια του πολιτικού συστήματος κλπ.) μπορούν να στείλουν ένα ηχηρό σινιάλο στην κοινωνία και να παράγουν ένα ισχυρό συμβολισμό για τη νοοτροπία και την αντίληψη της νέας διακυβέρνησης.

Όσο μεγαλύτερο απόθεμα πολιτικής εμπιστοσύνης μπορεί να δημιουργήσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ σ΄ αυτή την πρώτη περίοδο, τόσο περισσότερο διευρύνει τα περιθώρια προώθησης κρίσιμων διαρθρωτικών αλλαγών και ελαχιστοποιεί το -αναμφίλεκτο- πολιτικό κόστος. Αυτό το «κεφάλαιο εμπιστοσύνης» μπορεί να αποτελέσει τον κρίσιμο κρίκο σε μία αλυσίδα μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών και ανατροπών στην οικονομία (παρεοκρατικός καπιταλισμός), στο πολιτικό σύστημα (μετριοκρατία) στο κράτος (παρασιτικός κρατισμός), στα πανεπιστήμια (ιδεοληπτικός συντηρητισμός), στο κοινωνικό κράτος (ανισότητες) στο κόμμα (κομματικός «φεουδαλισμός»), στην κοινωνία (πελατειακές αντιλήψεις), με κεντρικούς στόχους την οικονομική-παραγωγική αναδιάρθρωση, την κοινωνική δικαιοσύνη, τη δίκαιη κατανομή των κοινωνικών βαρών μεταξύ των γενεών, τη θεσμική και δημοκρατική ωρίμανση.

Δίχως αμφιβολία, απαιτείται κοσμογονία αλλαγών και ένα νέο, καινοτόμο μοντέλο ανοιχτής κοινωνικής διαβούλευσης και συμμετοχικής δημοκρατίας για την αποτελεσματική εκπροσώπηση των συμφερόντων όλων των κοινωνικών ομάδων. Οι προσδοκίες είναι υψηλές. Τα πρώτα δείγματα γραφής θα είναι ενδεικτικά για την θεμελίωση των βάσεων αυτής της νέας εκκίνησης. Ίδωμεν….

3/10/09

Συνέντευξη του Γ. Παπανδρέου στο TVXS. Η ερώτηση της G700

3 comments

1/10/09

H αναγέννηση του δημόσιου χώρου ως σύγχρονη πολιτική αφήγηση

3 comments
"Το ποστ είχε αναρτηθεί στο blog στις 16/3/2009. Αν και "ιστολογικά άκομψο", επιλέγω να το ανεβάσω πάλι γιατί νομίζω ότι περιέχει μερικές σκέψεις που μοιραζόμαστε στις προεκλογικές πολιτικές μας συζητήσεις και στους ιδεολογικούς μας προβληματισμούς".


Η πιο τυπική όψη των «αποτυχιών της πολιτικής» (κράτους) στην Ελλάδα είναι η συστηματική υποβάθμιση των συλλογικών/ δημόσιων αγαθών.


Στους τομείς δημόσιας πολιτικής που συνιστούν τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους (Παιδεία, Υγεία), η κρατική αποτυχία -άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο εμφανώς- έχει υποκινήσει μία εκτεταμένη έξοδο από το κράτος. Η «απόσυρση» των πολιτών από το κράτος και η αναζήτηση αγοραίων διευθετήσεων για την ικανοποίηση των αναγκών τους συνιστά μία -μη αναστρέψιμη (?)- κοινωνική διαδικασία που διαμορφώνει μία ιδιότυπη «ιδιωτικοποίηση» του δημόσιου χώρου «από τα κάτω». Μάλιστα, η κοινή εμπειρία υποδεικνύει ότι αυτή η κοινωνική συμπεριφορά δεν εξαντλείται στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα, αλλά διαχέεται και προς τα χαμηλότερα επίπεδα της εισοδηματικής και κοινωνικής πυραμίδας.

Αν παρατηρήσει κανείς την συνολική ιδιωτική δαπάνη (ως % του Α.Ε.Π) για την αγορά υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης από τον ιδιωτικό τομέα, θα διαπιστώσει το φαινόμενο της «αμερικανοποίησης» του ελληνικού κοινωνικού κράτους. Στη δική μας περίπτωση, μάλλον δύσκολα επιβεβαιώνεται η εκτεταμένη διείσδυση του «ιδιωτικού» στον δημόσιο χώρο ως αποτέλεσμα εφαρμογής ενός συνεκτικού πολιτικού προγράμματος νεοφιλελεύθερης λογικής. Αντιθέτως, η κατάληψη του δημόσιου χώρου από την αγορά συνιστά αποτέλεσμα της αποτυχίας του κράτους και του χαμηλού κοινωνικού κεφαλαίου. Η αναποτελεσματικότητα και η σπατάλη πόρων, η διαφθορά (βλ. νοσοκομεία), η υποχρηματοδότηση, η κομματικοποίηση, οι ανεπαρκείς υποδομές, η έλλειψη εμπιστοσύνης, η φοροδιαφυγή και η ανύπαρκτη κοινωνική λογοδοσία (αξιολόγηση αποδοτικότητας υπηρεσιών) έχουν οδηγήσει στον εκφυλισμό του δημόσιου χώρου (πρόσφατα, ανθεί και η εκτεταμένη ανομία, η αδυναμία ελέγχου της βίας και η εγκληματικότητα, που έχουν υπονομεύσει το συλλογικό αγαθό της δημόσιας ασφάλειας. Δεν θα προκαλούσε καμία εντύπωση μία μαζική φυγή προς ιδιωτικές εταιρίες φύλαξης, ακόμα και από μεσαία κοινωνικά στρώματα!).


Ο πολίτης, συνειδησιακά και βιωματικά, τείνει να ταυτίσει την ποιότητα και την εξυπηρέτηση με την αγορά, την ανεπάρκεια και την υποβάθμιση με το κράτος. Η πολιτική εξήγηση του φαινομένου έχει συνήθως δύο -αντιτιθέμενες- εξηγήσεις. Η παραδοσιακή αριστερή προσέγγιση, ερμηνεύει ως συνειδητή (πολιτική στρατηγική) την υποβάθμιση του δημόσιου χώρου προκειμένου να φύγουν οι πολίτες προς τον ιδιωτικό - επιχειρηματικό χώρο, συχνά εξιδανικεύοντας τις δυνατότητες του κράτους. Η νέοφιλελεύθερη προσέγγιση θεωρεί ότι το κράτος έχει εγγενείς αδυναμίες (είναι αποτυχημένος οργανισμός) και δε μπορεί εκ των πραγμάτων να προσφέρει υψηλής ποιότητας κοινωνικές υπηρεσίες, κάτι που μπορεί να εγγυηθεί μόνο η ιδιωτική πρωτοβουλία.

Μία περισσότερο «σοσιαλδημοκρατική» προσέγγιση κατανοεί τις αποτυχίες του κράτους, αλλά δεν βλέπει τις θεραπείες μακριά και έξω από αυτό. Η αναβάθμιση του δημόσιου χώρου, η «πραγματική υπεράσπιση» των συλλογικών αγαθών και το ιδεολογικό πρόταγμα «ένα άλλο κράτος είναι εφικτό!» αποτελούν σύγχρονα διακυβεύματα για τον σοσιαλιστικό χώρο. Μία κοινωνικά ελκυστική και εκλογικά ανταγωνιστική πολιτική agenda θα μπορούσε να διαμορφώσει σ΄ αυτή τη βάση μία νέα πολιτική-κοινωνική αφήγηση (όραμα). Πρόκειται για επίπονο έργο. Κυρίως, πρόκειται για μία σκληρή πολιτικοιδεολογική μάχη για την «επανοικειοποίηση» της «μεταρρύθμισης» (τα τελευταία χρόνια ταυτίστηκε η έννοια με τις συντηρητικές δυνάμεις) και τη θεραπεία εγγενών αδυναμιών που βρίσκονται στο γενετικό υλικό της πολιτικής και κοινωνικής μας κουλτούρας (βλ. την ανάρτηση «Η αυτονόμηση του δημόσιου χώρου ως σύγχρονο δημοκρατικό αίτημα).
Μπορούν οι εγχώριες προοδευτικές δυνάμεις να ικανοποιήσουν αυτό το διακύβευμα;
 

Homo sapiens. Copyright 2008 All Rights Reserved Revolution Two Church theme by Brian Gardner Converted into Blogger Template by Bloganol dot com